Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΑ ΑΝΤΙΘΕΤΗ Η ΕΣΗΕΑ ΜΕ ΤΗΝ "ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ" ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της EΣHEA εκφράζει κατηγορηματικά την αντίθεσή του με την διαδικασία «αξιολόγησης» των συναδέλφων δημοσιογράφων, οι οποίοι εργάζονται σε φορείς του Δημοσίου. Για τον λόγο αυτό απέστειλε την ακόλουθη επιστολή προς την κ. Σοφία Βούλτεψη, Υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ και τον κ. Ανδρέα Κατσανιώτη, Γενικό Γραμματέα Ενημέρωσης και Επικοινωνίας:
 
«Κυρία Υπουργέ,
Κύριε Γενικέ,
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ εκφράζει την κατηγορηματική αντίθεσή του στην επιχειρούμενη διαδικασία «αξιολόγησης» των συναδέλφων δημοσιογράφων που εργάζονται σε φορείς του Δημοσίου και σας επισημαίνουμε ότι:
Το αρθρ. 14, παρ. 2 Ν. 2190/1994 (περί ΑΣΕΠ) στο οποίο ορίζεται ότι οι δημοσιογράφοι, μεταξύ άλλων κατηγοριών εργαζομένων του Δημοσίου (δικαστικοί, στρατιωτικοί κ.α.), δεν υπάγονται στις διατάξεις των κεφαλαίων Α΄, Β΄ και Γ΄ του Νόμου αυτού εφόσον ασκούν καθήκοντα δημοσιογράφου. Κατά συνέπεια και κατ' αναλογία με την μεταχείριση των ανωτέρω εργαζομένων του Δημοσίου εξαιρούνται της διαδικασίας αξιολόγησης.
Ότι το δημοσιογραφικό λειτούργημα, όπως προστατεύεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν μπορεί να υπαχθεί σε διατάξεις περί αξιολόγησης του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών. Οι δημοσιογράφοι δεν είναι ποτέ όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, σε οποιονδήποτε φορέα και αν παρέχουν τις υπηρεσίες τους. Η εργασία τους δεν μπορεί να αξιολογηθεί με τα κριτήρια του π.δ. 318/1992, το οποίο αφορά το προσωπικό των δημοσίων υπηρεσιών και των ΝΠΔΔ που υπάγονται στον Υπαλληλικό Κώδικα, κάτι το οποίο δεν ισχύει για τους δημοσιογράφους.
Ότι οι δημοσιογράφοι που εργάζονται σε φορείς του Δημοσίου τυγχάνουν μέλη αναγνωρισμένων δημοσιογραφικών οργανώσεων (ΕΣΗΕΑ, ΕΣΠΗΤ), υπακούουν στην συνείδηση τους και τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση των πολιτών και ως εκ τούτου δεν δύνανται να αξιολογηθούν από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.
Ότι οι δημοσιογράφοι που εργάζονται στον δημόσιο τομέα ασκούν τα καθήκοντα τους με πλήρη ανεξαρτησία, υπόκεινται σε ειδικό εργασιακό και ασφαλιστικό καθεστώς, καθώς δεν τυγχάνουν ασφαλισμένοι του Δημοσίου αλλά των οικείων δημοσιογραφικών ταμείων και σε κάθε περίπτωση ούτε υφίσταται ούτε προβλέπεται εκ του νόμου οποιοσδήποτε ad hoc μηχανισμός αξιολόγησής τους.
Την γνωμοδότηση της αρμόδιας Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής (Β' Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών, Τμήμα Νομοτεχνικής Επεξεργασίας σχεδίων και προτάσεων Νόμων) με επιφυλάξεις ως προς τη συνταγματικότητα του ν 4250/2014 όπου διαπιστώνεται ανάμεσα σε άλλα ότι «δημιουργείται προβληματισμός ως προς το αν η αναγκαιότητα επιβολής των προτεινόμενων ποσοστώσεων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη, ώστε να συνιστά αναλογικό, σύμφωνο προς το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, περιορισμό του δικαιώματος των υπαλλήλων του Δημοσίου να εξελίσσονται και να αξιολογούνται βάσει σαφώς προσδιοριζόμενων κριτηρίων επαγγελματικής ικανότητας και καταλληλότητας, σε σχέση προς το αντικείμενο της εργασίας τους και τα καθήκοντα τους, συμφώνως και προς την συνταγματικώς κατοχυρωμένη στο άρθρο 103 παρ. 7 εδ. Β' του Συντάγματος αρχή της αξιοκρατίας, δεδομένου άτι η βαθμολογία που προτείνεται να λαμβάνει κάθε υπάλληλος δεν θα συναρτάται προς τη ατομική του αξία, τις ικανότητες και τις επιδόσεις του κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, αλλά προς το προκαθορισμένο ποσοστό ανά κλίμακα βαθμολόγησης (βλ. και ΣτΕ 1917/1998)».
Επειδή κυρία Υπουργέ, πρωτίστως εσείς ως δημοσιογράφος αλλά και ο κ. Γενικός ως μέλος δημοσιογραφικής οργάνωσης, έχετε γνώση της ορθότητας των θέσεών μας σας ζητάμε να παρέμβετε αμέσως, ώστε να ματαιωθεί η επιχειρούμενη διαδικασία «αξιολόγησης» των συναδέλφων μας δημοσιογράφων του Δημοσίου».
Το Δ. Σ. της ΕΣΗΕΑ ζητεί από τα μέλη που καλούνται να καταθέσουν «Φύλλο Αξιολόγησης», να το αποστέλλουν στη Γραμματεία της ΕΣΗΕΑ και αντ’ αυτού, να καταθέτουν το ακόλουθο κείμενο:
 
« ο/η : ……………………………………………………………………. δημοσιογράφος
Θέμα: Αξιολόγηση δημοσιογράφων της ΓΓΕΕ-ΓΓΜΕ βάσει του ν. 4250/2014
Λαμβάνοντας υπόψη:
-τα οριζόμενα στο νόμο 4250/2014 περί αξιολόγησης προσωπικού.
Το αρθρ. 14, παρ. 2 Ν. 2190/1994 (περί ΑΣΕΠ) στο οποίο ορίζεται ότι οι δημοσιογράφοι, μεταξύ άλλων κατηγοριών εργαζομένων του Δημοσίου (δικαστικοί, στρατιωτικοί κ.α.), δεν υπάγονται στις διατάξεις των κεφαλαίων Α΄, Β΄ και Γ΄ του Νόμου αυτού εφόσον ασκούν καθήκοντα δημοσιογράφου. Κατά συνέπεια και κατ' αναλογία με την μεταχείριση των ανωτέρω εργαζομένων του Δημοσίου θα πρέπει να εξαιρεθούν της διαδικασίας αξιολόγησης.
Ότι το δημοσιογραφικό λειτούργημα, όπως προστατεύεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν μπορεί να υπαχθεί σε διατάξεις περί αξιολόγησης του προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών. Οι δημοσιογράφοι δεν είναι ποτέ όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, σε οποιονδήποτε φορέα και αν παρέχουν τις υπηρεσίες τους. Η εργασία τους δεν μπορεί να αξιολογηθεί με τα κριτήρια του π.δ. 318/1992, το οποίο αφορά το προσωπικό των δημοσίων υπηρεσιών και των ΝΠΔΔ που υπάγονται στον Υπαλληλικό Κώδικα, κάτι το οποίο δεν ισχύει για τους δημοσιογράφους.
Ότι οι δημοσιογράφοι που εργάζονται σε φορείς του Δημοσίου τυγχάνουν μέλη αναγνωρισμένων δημοσιογραφικών οργανώσεων (ΕΣΗΕΑ, ΕΣΠΗΤ), υπακούουν στην συνείδηση τους και τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας με μοναδικό σκοπό την ενημέρωση των πολιτών και ως εκ τούτου δεν δύνανται να αξιολογηθούν από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.
Ότι οι δημοσιογράφοι που εργάζονται στον δημόσιο τομέα ασκούν τα καθήκοντα τους με πλήρη ανεξαρτησία, υπόκεινται σε ειδικό εργασιακό και ασφαλιστικό καθεστώς, καθώς δεν τυγχάνουν ασφαλισμένοι του Δημοσίου αλλά των οικείων δημοσιογραφικών ταμείων και σε κάθε περίπτωση ούτε υφίσταται ούτε προβλέπεται εκ του νόμου οποιοσδήποτε ad hoc μηχανισμός αξιολόγησής τους.
Όλως επικουρικώς, καθώς κατά το ανωτέρω σκεπτικό ρητά αρνούμαι ότι τελώ υπό αξιολόγηση, επικαλούμαι :
Την γνωμοδότηση της αρμόδιας Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής (Β' Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών, Τμήμα Νομοτεχνικής Επεξεργασίας σχεδίων και προτάσεων Νόμων) με επιφυλάξεις ως προς τη συνταγματικότητα του ν 4250/2014 όπου διαπιστώνεται ανάμεσα σε άλλα ότι «δημιουργείται προβληματισμός ως προς το αν η αναγκαιότητα επιβολής των προτεινόμενων ποσοστώσεων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη, ώστε να συνιστά αναλογικό, σύμφωνο προς το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, περιορισμό του δικαιώματος των δημοσίων υπαλλήλων να εξελίσσονται και να αξιολογούνται βάσει σαφώς προσδιοριζόμενων κριτηρίων επαγγελματικής ικανότητας και καταλληλότητας, σε σχέση προς το αντικείμενο της εργασίας τους και τα καθήκοντα τους, συμφώνως και προς την συνταγματικώς κατοχυρωμένη στο άρθρο 103 παρ. 7 εδ. Β' του Συντάγματος αρχή της αξιοκρατίας, δεδομένου άτι η βαθμολογία που προτείνεται να λαμβάνει κάθε υπάλληλος δεν θα συναρτάται προς τη ατομική του αξία, τις ικανότητες και τις επιδόσεις του κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, αλλά προς το προκαθορισμένο ποσοστό ανά κλίμακα βαθμολόγησης (πρβλ. και ΣτΕ 1917 1998)».
Το άρθρο 2, παρ 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι ο σεβασμός στην αξία του ανθρώπου συνιστά πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας (διάταξη μη αναθεωρητέα) και που εκτιμώ ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που καταταγώ με την αξιολόγηση σε κλίμακα βαθμολόγησης όχι λόγω της ατομικής μου αξίας, των ικανοτήτων και των επιδόσεων μου κατά την άσκηση των υπηρεσιακών μου καθηκόντων, αλλά λόγω του προκαθορισμένου ποσοστού που προβλέπεται ανά κλίμακα βαθμολόγησης.
Το άρθρο 4 του Συντάγματος (διάταξη μη αναθεωρητέα) περί αναλογικής ισότητας που σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΣτΕ επιβάλλει «όμοια μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων και ανόμοια μεταχείριση ανόμοιων περιπτώσεων» και που εκτιμώ ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που τύχω ανόμοιας μεταχείρισης για την ατομική μου αξία, τις ικανότητες και τις επιδόσεις μου κατά την άσκηση των υπηρεσιακών μου καθηκόντων, σε σχέση με συνάδελφο μου, λόγω του προκαθορισμένου ποσοστού που προβλέπεται ανά κλίμακα βαθμολόγησης.
Το από 8.5.2014 εξώδικο της ΑΔΕΔΥ προς το Ελληνικό Δημόσιο και το σύνολο φορέων της Δημόσιας Διοίκησης για την κήρυξη αποχής διαρκείας από κάθε διαδικασία ή ενέργεια που συνδέεται με τη διαδικασία αξιολόγησης (όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 1264/1982 όπως έχουν ερμηνευτεί από τα αρμόδια Δικαστήρια).
Το γεγονός ότι η Απόφαση καθορισμού των στόχων των οργανικών μονάδων της ΓΓΕΕ-ΓΓΜΕ για το 2013, από όπου θα προέκυπταν ατομικοί μετρήσιμοι στόχοι και κριτήρια αξιολόγησης, εκδόθηκε μόλις την 4.12.2013 (Απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό ΑΠ 23219/2013).
Την αναρμοδιότητα σε επίπεδο Γενικών Γραμματέων και Διοίκησης για την έκδοση απόφασης επιμερισμού ποσοστών ανά κλίμακα βαθμολόγησης, καθόσον στο φορέα μας εξακολουθεί να προβλέπεται και δεν έχει καταργηθεί η θέση Γενικού Διευθυντή, η οποία δεν έχει πληρωθεί.
 
Τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την εφαρμογή του μέτρου ως προς τη διατήρηση του κλίματος σύμπνοιας και συνεργασίας εντός των υπηρεσιακών μονάδων.
Την αποτυχία αντίστοιχων συστημάτων αξιολόγησης, όπου αυτά έχουν εφαρμοστεί.
Για όλους τους παραπάνω λόγους
Δεν σας παραδίδω το φύλλο αξιολόγησης το οποίο παρέλαβα με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου».
 
 
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου